λυκόπερδο


λυκόπερδο
(Lycoperdon). Γένος μυκήτων της τάξης των λυκοπερδιδών, της οικογένειας των γαστερομυκήτων, της υποδιαίρεσης των βασιδιομυκήτων. Οι μύκητες αυτοί είναι γνωστοί και με τις κοινές ονομασίες λαγομάνες, αλεπουπορδές και λαόρχια. Είναι επίγειοι και το καρπόσωμά τους, άλλοτε σφαιρικό και άλλοτε αχλαδόμορφο, μοιάζει λιγότερο ή περισσότερο με φούσκα· έχει λευκωπό ή ωχρώδες χρώμα και αποτελείται από ένα εξωτερικό περίβλημα, το περίδιο (εξωπερίδιο και ενδοπερίδιο), που σχηματίζει ένα άνοιγμα στην κορυφή κατά την ωρίμανση, και τον σποριογόνο ιστό (θρόμβο), που γεμίζει την εσωτερική κοιλότητα και αποτελείται από διασκορπισμένα βασίδια που δεν συγκροτούν υμένιο. Κατά την ωρίμανση, ο θρόμβος μεταβάλλεται σε μια πρασινοκίτρινη σκόνη που σχηματίζεται από τα ελευθερωμένα σπόρια και από άγονα νήματα (τριχύλια), που προέρχονται από τη διάλυση των τοιχωμάτων των βασιδίων. Η μάζα των σπορίων εξέρχεται με τη μορφή σύννεφου από το κεντρικό άνοιγμα του περιδίου. Τα λ. φυτρώνουν σε λιβάδια, καλλιεργημένους αγρούς και δάση, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και του φθινοπώρου. Πολλά είδη του γένους αυτού τρώγονται όταν ο θρόμβος των καρποσωμάτων είναι ακόμη λευκός και στερεός. Από τα πιο κοινά είδη είναι το Lycoperdon perlatum, που φτάνει τα 6 εκ. σε διάμετρο, και το Lycoperdon pyriforme, που αναπτύσσεται σε μεγάλους αριθμούς πάνω σε νεκρό ξύλο. Τα μανιτάρια του γένους λυκόπερδο φυτρώνουν συχνά σε λιβάδια, αγρούς και δάση, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο. Στη φωτογραφία, μανιτάρια του είδους λυκόπερδο το μαργαριταρώδες.
* * *
το
(μυκητ.) τυπικός εκπρόσωπος τής οικογένειας βασιδιομυκήτων λυκοπερδίδες.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λαγομάνα — η κοινή ονομασία τού φυτού λυκόπερδο …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.